άκουρος

(I)
ἄκουρος, -ον (Α)
αυτός που δεν έχει παιδιά και κυρίως αρσενικό κληρονόμο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + κοῦρος «αγόρι»].
————————
(II)
–ο, (Α ἄκουρος, -ον) [κουρά]
ακούρευτος, αξύριστος
νεοελλ.
1. «άκουροι και κουρεμένοι», άνθρωποι από κάθε τάξη και κάθε ηλικία
2. (γι’ αυτόν που πρόκειται να «καρῇ μοναχὸς») αυτός που δεν πήρε ακόμη το μοναχικό σχήμα με την τελετή τής κουράς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄκουρος — childless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκουρος — η, ο κυρίως για γιδοπρόβατα, ακούρευτος: Είχαν ακόμη άκουρα τα πρόβατα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄκουρον — ἄκουρος childless masc/fem acc sg ἄκουρος childless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκούρους — ἄκουρος childless masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκουρα — ἄκουρος childless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκουροι — ἄκουρος childless masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAPILLI — apud Gothos et Boreales populos in magna olim veneratione. In capillis esse, idem est, ac in virginitare esse, Longob. l. 2. Tit. 14. l. 20. et l. 24. Nuptae ex antiquo more caput tegebant, virgines nudum praebebant, demissis interdum a tergo… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PASSI Capilli — in maerore, apud Veteres. Virgilius Aen. l. 1. v. 483. Interea ad templum non aequae Palladis ibant. Crinibus Iliades passis i. e. incultis et in humeros negligenter reiectis, ut exponit Donatus. Ovid. Heroid. Ep. 10. v. 137. Aspice demissos… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VIR — avex vi, quod viribus praestet; an a Virtute; an ex Hebraeo Gap desc: Hebrew per aphaeresin; an a Vireo? quatuor modis intelligitur, Sexu, quô nascitur ut masculus sit; Aetate, quâ differt a puero; Lege, quâ maritus; Animô, quô in suo etiam sexu… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έμποκος — ἔμποκος, ον (Α) [πόκος] (για πρόβατα) άκουρος, ακούρευτος, άκαρτος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.